εφεσπερεύω

ἐφεσπερεύω (Α) [εφέσπερος]
αγρυπνώ, ξαγρυπνώ (κατά το Μέγα Ετυμολογικόν «ἑσπέρας ἐγρηγορῶ»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφεσπερεύω — keep awake in the evening pres subj act 1st sg ἐφεσπερεύω keep awake in the evening pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεσπερεῦσαι — ἐφεσπερεύω keep awake in the evening aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεσπερεύεσθαι — ἐφεσπερεύω keep awake in the evening pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεσπερεύσασθαι — ἐφεσπερεύω keep awake in the evening aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφεσπερεία — ἐφεσπερεία, ἡ (Α) [εφεσπερεύω] αγρυπνία, νυχτέρι (κατά το λεξ. Σούδα «ἡ τῆς ἑσπέρας») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.